Χαρά Καφαντάρη: Η απατηλή λάμψη της ανάπτυξης

Η κυβέρνηση δεν άργησε να εκδηλώσει τις προθέσεις της. Πριν ακόμη κλείσει η Βουλή τον Αύγουστο, με ξαφνική πρωτοβουλία του Υπουργού Εργασίας, κατατέθηκαν μέτρα για αναιτιολόγητες απολύσεις, εργολαβικούς εργαζόμενους, ελαστικότητα, προοιωνίζοντας αυτό που θα επακολουθούσε στο αναπτυξιακό νομοσχέδιο, το οποίο θα προσπαθήσουμε ν’ αναλύσουμε στο παρόν άρθρο.
Κατά τον ΟΟΣΑ, μια οικονομία είναι ελαστική όταν η αποκεντρωμένη λειτουργία της επιτρέπει την ενσωμάτωση του ανταγωνισμού στην πιο ακραία μορφή του, δηλαδή την απορρύθμιση των κανόνων, ή ακόμα καλύτερα, όταν επιτρέπει μια γρήγορη προσαρμογή των τιμών και της ποιότητας.
Η αποδοχή των κανόνων του φιλελευθερισμού στην αγορά εργασίας κερδίζει συνεχώς έδαφος (η δυσκολία ύπαρξης κανόνων που βαραίνει την ελεύθερη ρύθμιση της απασχόλησης, τοποθετεί τις ΗΠΑ στην πρώτη γραμμή των ελαστικών χωρών) και φυσικά αποσταθεροποιεί τη σχέση με την απασχόληση, δηλαδή το σύστημα τιμών των μισθών δεν απορροφά τα σοκ από την ανάπτυξη της απασχόλησης.
Άρα, η ελαστικότητα των μισθών είναι τελείως διαφορετική, βλέπε αντίθετη με τη σταθερότητα της απασχόλησης. Η αύξηση της ελαστικότητας των μισθών σε χώρες με μείωση της ελαστικότητας απασχόλησης είναι πιο εγγυημένη σε συστήματα οργανωμένα γύρω από ένα δυνατό κοινωνικό σύμφωνο. Τη θέση των ΗΠΑ ως πρώτης στην ελαστικοποίηση έχουν στον νου τους οι συντάκτες του νομοσχεδίου «περί ανάπτυξης» και έχουν βάλει στο στόχαστρο τις κλαδικές ΣΣΕ και ό,τι τις προστατεύει, δηλαδή τον θεσμό της διαιτησίας.
Με τις κλαδικές ΣΣΕ, θεμέλιο λίθο όλων των παραπάνω, τίθενται οι μισθολογικοί και μη όροι για τους εργαζόμενους ενός κλάδου, που μόνο να βελτιωθούν μπορούν.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ επιχειρήσεων σε κάθε κλάδο οικονομικής δραστηριότητας, οφείλει να γίνεται βελτιώνοντας τα παραγόμενα προϊόντα και όχι στο επίπεδο μείωσης των μισθών. Αυτό που προτείνεται στο νομοσχέδιο, δηλαδή η εξαίρεση των επιχειρήσεων από τις κλαδικές ΣΣΕ, μπορεί να συμβαίνει μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και όχι όπως περιγράφονται σε αυτό, δηλαδή μόνο οι επιχειρήσεις που έχουν κάνει αίτηση για πτώχευση να εξαιρούνται. Αλλά αυτές είναι σχεδόν το σύνολο των επιχειρήσεων. Επιπλέον πολλές επιχειρήσεις μπορούν να επικαλεστούν οικονομικά προβλήματα.
Σε ότι αφορά στις ρήτρες, όμως, εξαίρεσης που εισάγει το νομοσχέδιο από κλαδικές Σ.Σ.Ε., θα μπορούσε να συμβαίνει σε μια χώρα, όπου υπάρχει ένα ισχυρό σύστημα διαπραγματεύσεων. Στη χώρα μας αυτό δεν συμβαίνει ή μάλλον είχε αρχίσει να θεμελιώνεται επί ημερών ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ακόμη είναι ασύμβατες με τα δεδομένα της εργασίας και της οικονομίας, λόγω κατάρρευσης της εσωτερικής ζήτησης. Και αυτό εξηγείται γιατί η μείωση των μισθών, λόγω εξαίρεσης από τις κλαδικές Σ.Σ.Ε., θα οδηγήσει σε μείωση του τζίρου των επιχειρήσεων αυτών καθεαυτών, αλλά και των εργαζόμενων σε αυτές.
Η πολιτική στόχευση της Ν.Δ. είναι παραπάνω από σαφής: θέλει να μετατρέψει της χώρα σε μια τεράστια ειδική οικονομική ζώνη, σε μια χώρα μικρού εργασιακού κόστους. Μια πολιτική που μόνο ανάπτυξη δεν προοιωνίζεται, παρά μόνο συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους.
Ο πραγματικός εμπνευστής του νομοσχεδίου, ο ΣΕΒ, τώρα δικαιώνεται. Σε πρώτο επίπεδο, αυτό της εξαίρεσης των επιχειρήσεων, ο αριθμός των οποίων είναι μεγάλος, τόσο που η λειτουργία των κλαδικών ΣΣΕ θα διαλύεται, μια και είναι παγκοίνως γνωστό το πόσο εύθραυστη είναι η βιωσιμότητά τους, λόγω των μνημονιακών μέτρων. Η εξαίρεση αυτή δε, φτάνει, με τη «βοήθεια» Υπουργικής Απόφασης, και επεκτείνεται στις κλαδικές ΣΣΕ, ακόμα και αν αυτές δεν έχουν προηγουμένως εξαιρεθεί. Εντέχνως το ν/σ με την Υπουργική Απόφαση εξειδικεύει κάθε λεπτομέρεια και μπορεί να επιβληθεί εξαίρεση.
Και σε δεύτερο επίπεδο, δικαιώνεται η συνταγματική αποθεμελίωση (κατάργηση της ευνοϊκότερης ρύθμισης και συλλογικής αυτονομίας), αλλά βασικότερα εξαϋλώνεται ο βασικός εγγυητικός χαρακτήρας της Διαιτησίας, που από το 1990 αποτελεί κόκκινο πανί για τον ΣΕΒ. Για να κάνουμε τον συνήγορο του διαβόλου, είναι αλήθεια ότι στην Ε.Ε. δεν υπάρχει μονομερής προσφυγή, αλλά στην Ελλάδα υφίσταται ιδιαιτερότητα που το επιτρέπει καθώς η συνταγματικότητά της έχει επιβεβαιωθεί, από της με 25/2014 Απόφαση του Αρείου Πάγου και με τη με αρ. 2307/2014 Απόφαση του ΣτΕ (δικαίωμα μονομερούς προσφυγής, άρθρο 22 παρ.2 του Συντάγματος).
Ο στόχος είναι φανερός, καταργείται εν τοις πράγμασι όπως είπαμε και στην αρχή, ο κατώτερος μισθός μέσα από την «ελευθεριότητα» των κλαδικών ΣΣΕ και την μνημονιακή απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων. Η συρρίκνωση των μισθών σε επίπεδα προ 2018 και η δυνατότητα συνεχούς μεταβλητότητας των ΣΣΕ μόνο ανάπτυξη δεν μπορούν να σημαίνουν παρά αποδυνάμωση του πολύπαθου κοινωνικού κράτους.

Πηγή: Αυγή της Κυριακής

Απάντηση